Ο Φώτης Κόντογλου έγραψε:
Όποτε
μπορώ, ξεμακρύνω από την ταραχή της
σημερινής ζωής. Κάθουμαι στο σπίτι μου,
μακρυά από τον κόσμο. Ζωγραφίζω κανένα
εικόνισμα, γράφω καμιά ιστορία ή καμιά
σκέψη για τον εαυτό μου, φιλοτεχνώ κανένα
χειρόγραφο, ή κουβεντιάζω με κανέναν
απλόν άνθρωπο, που δεν τρέχει για
ν’αρπάξει πολλά λεφτά, κ’ είναι ήσυχος
και βλογημένος.
Οι
τέτοιοι άνθρωποι δεν λείψανε ολότελα
στον καιρό μας, και γι αυτό το πράγμα
δοξάζω τον Θεό μέρα-νύχτα. Ζούνε ειρηνικά,
ήσυχα, απλά, φτωχικά, μα αυτοί για μένα
είναι οι πιο πλούσιοι. Η ζωή τους έχει
νοστιμάδα, ενώ των αλλουνών, εκεινών
που βρίσκονται ολοένα σε στριφογύρισμα,
σαν μηχανές, η ζωή τους είναι δίχως
καμμιά νοστιμάδα. Λέγω «η ζωή τους», μα
ποια ζωή; Αυτοί δεν έχουνε τον καιρό να
ζήσουνε. Όλο βιάζονται, ο νους τους
βρίσκεται αλλού, στα χρήματα, στις
επιχειρήσεις, στα πολιτικά. Ολοένα
αγωνία. Ολοένα ανησυχία. Ολοένα νευριασμός,
από τις δουλειές τους, από τα κέρδη κι
από τις ζημιές τους, από την παγκόσμια
κατάσταση, από τον φόβο μήπως γίνει
πόλεμος, από τ’ανεβοκατέβασμα του
χρυσαφιού στο χρηματιστήριο, από τα
παιδιά τους, που σπουδάζουνε στην Αγγλία
και στην Αμερική, από τα σπίτια τους,
από τα μαγαζιά τους, από τα χτήματά τους,
από τα καράβια τους. Το κεφάλι τους
βρίσκεται μέσα σ’ένα βουερό σύννεφο
από σκοτούρες, που το τσιμπάνε σαν να’ναι
σφήγκες ακαταμέτρητες. Μα και στον ύπνο
τους βασανίζονται, δε μπορούνε να
κλείσουνε μάτι από τα τρυπάνια που
τριβελίζουνε το μυαλό τους. Κι όλα αυτά
λένε πως τα τραβάνε για να μαζέψουνε
λεφτά, και μ’αυτά να απολάψουνε τη ζωή,
ως που πεθαίνουνε και μπαίνουνε μέσα
σε μαρμαρένια μνήματα που τους χτίζουνε
κείνοι που τους κληρονομήσανε. Μα κι
αυτοί αρχίζουνε την ίδια ζωή χαρισάμενη
που πέρασε ο πεθαμένος, ως που να χωθούνε
κι αυτοί μέσα στο ίδιο μεγαλόπρεπο
μπουντρούμι. Αυτή είναι η λεγόμενη «ζωή»
για τους δραστήριους αυτούς ανθρώπους.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου